Διχως Τιτλο

Είναι δύσκολο να γράφεις για ό,τι σε έχει πληγώσει. Ταυτόχρονα όμως είναι λυτρωτικό. Βλέπεις στο χαρτί όλη σου τη ζωή όλο σου το είναι. Ξεγυμνώνεσαι μπροστά στον ίδιο σου τον εαυτό. Όσο όμως κι αν πονάει γιατρεύει σταδιακά όλες τις πληγές του παρελθόντος.

Άρχισα να γράφω για εκείνον σε μία προσπάθεια να εξαπατήσω τον εαυτό μου ή μάλλον να βιώσω την όποια θλίψη από την πλευρά του θεατή. Να αποστασιοποιηθώ από τα γεγονότα.
«Τον ήξερες καιρό;» μια άγνωστη φωνή σπάει τη σιωπή, μια μορφή που με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Παρελθοντικός ο χρόνος. Φέρνει τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Στέκομαι αμίλητη για λίγο, αρνούμαι να δεχτώ την αλήθεια. «Γνωριζόμαστε τρία χρόνια». Η απάντηση μου με ικανοποιεί. Με εφησυχάζει.

Ο άγνωστος αυτός όμως επιμένει στην ίδια ερώτηση. Ούτε εγώ όμως κάνω πίσω. Χαμογελάει με κατανόηση «Ούτε εγώ μπορώ να το πιστέψω. Εγώ τον ξέρω από Θεσσαλονίκη. Ουσιαστικά τον ξέρω μια ζωή». Υιοθετεί τη δική μου στάση. Ανταποδίδω το χαμόγελο και ξαναγυρίζω στη σιωπή μου.

Η σιωπή αυτή όμως οδηγεί σε σκέψεις που μόνο πόνο μπορεί να προκαλέσουν. Ο νους μου μού παίζει περίεργα παιχνίδια. Τρομάζω. Ψάχνω απεγνωσμένα την ανθρώπινη παρουσία. Νιώθω ότι έχουν περάσει ώρες που είμαι βυθισμένη στις αναμνήσεις μου. Κοιτάω δίπλα μου και τον βλέπω ακόμα εκεί.

«τι ώρα είναι;» Δεν με νοιάζει τι ώρα είναι δεν έχει καν σημασία. Είναι μία δικαιολογία για να ακούσω μία ανθρώπινη φωνή. Δεν παίρνω όμως την απάντηση που περίμενα. Αυτός ο άνθρωπος μοιάζει να με διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο.
«Δεν ωφελεί να κλείνεσαι στον εαυτό σου. Κλάψε, φώναξε, ξέρω πως νιώθεις. Μη κοιτάς εμένα. Εγώ είμαι άντρας. Οι άντρες δεν κλαίνε». Κάνει τα πάντα για να γεννηθεί έστω και λίγο ένα χαμόγελο στα χείλη μου. Και στο τέλος τα καταφέρνει. Στο τέλος μίας φιλίας βλέπω την αρχή μιας νέας.

Η εγωιστική φύση του ανθρώπου με έσπρωχνε χωρίς να το καταλάβω σε απεγνωσμένες προσπάθειες να γεμίσω το κενό της απώλειας. Και αυτή η φιλία μου γεννούσε αισιοδοξία, απάλυνε τη θλίψη.
Η αυλαία έπεσε με φόντο ένα σκοτεινό και άδειο δωμάτιο που γεννούσε την απώλεια, το θυμό, μύριζε θάνατο. Και μέσα στο κελί δύο άνθρωποι προσπαθούσαν να το γεμίσουν μερ ζωή και αναμνήσεις.

«Πάμε να φύγουμε. Τρελαίνομαι εδώ μέσα». Είχε δίκιο. Το κλειδί που γύριζε στην πρόσφατα αλλαγμένη κλειδαριά διπλοσφράγιζε μία ζωή που τέλειωσε άδοξα και βιαστικά. Με μία κίνηση και μόνο μια ολόκληρη ύπαρξη και ότι την αφορούσαν γράφτηκαν στο παρελθόν. Περνώντας όμως στην αιωνιότητα. Οι άνθρωποι σβήνουν. Η μνήμη τους όμως όχι. Ζει ακόμη στο μυαλό και την καρδιά όσων τους έζησαν.

Ο Πέτρος υπάρχει ακόμη και τώρα. Ξεπηδά μέσα από τα γράμματα που τρεμοπαίζουν μπροστά στα μάτια μου.
Σήμερα γιορτάζει. Χρόνια του πολλά λοιπόν. Όπου κι αν είναι.

(Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν χρόνια και το ύφος του είναι παιδικό αλλά το δημοσιεύω μόνο και μόνο για να μην ξεχάσω. Γιατί δεν θέλω.)

Το υπεροχο κειμενο αυτο με πηγε πισω πολυ παλια, οταν ο Ρωμυλος ηταν μαζι μας. Μου εφερε στο μυαλο ενα απο τα πιο κοντινα μου ατομα σε μια περιοδο που η απωλεια ειχε γινει συνηθεια. Για τα συναισθηματα που μου προκαλεσε και τον τροπο που με αγγιξε θεωρησα καλο να το συμπεριλαβω.

Για το flashback συναισθηματων ευχαριστω πολυ την trying to escape the truth

~ από Tank στο Οκτωβρίου 7, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: